ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΘΕΜΑΤΑ ,ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΣΕ ΟΤΙ ΠΟΙΟ ΝΕΟ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Βιαστικέ Ταξιδευτή.....

Τρέχει η ζωή μας τρέχει και σαν υπνωτισμένοι το διάβα μας κοιτάμε μόνο..

Το διάβα του εκείνος κοιτά , το διάβα μου και εγώ μου λέει να κοιτάξω .

Μα είναι αυτή η αλήθεια..

Τρέχει η ζωή μας τρέχει και σαν σε παραζάλη μέσα σ’ αυτό το βουητό, ξεχνούμε το αληθινό το νόημα, το θεϊκά δοσμένο.

Που είναι η αγάπη, αυτή, που όλοι αποζητούμε από τις πρώτες μας στιγμές, στα μάτια μάνας , σε αγαπημένης αγκαλιά , στο όραμα το Θεϊκό το γύρο απλωμένο.
ποιος και που είναι αυτός που σήμερα αυτό βιώνει ..

Σαν μας δεις από ψηλά, μικρές κουκίδες σε αέναο τρέξιμο, αστόχαστου αγώνα, που λες και καρτερούν σύντομα να τελειώσει

Πολλά τα θέλω, λίγη η γνώση.

Γνώση εσωτερική, που λυτρωμό δεν βρίσκει σε αυτή την βιαστική πορεία.

Τρέχει η ζωή μας τρέχει και σαν σε μπράτσα δυνατού μαγνήτη, σε μέγγενη δεμένοι που δεν μπορούν να αποσπαστούν …

Ποιος ο σκοπός του δρόμου..

Που είναι η χαρά, η λύτρωση ,που είναι αυτή η απλή, η φωτεινή και απέριττη , αέρινη κυρά της αληθινής Αγάπης

Που είναι Εκείνος…

Κι όμως …

Όλα είναι εδώ, απλόχερα δοσμένα

Στάσου για λίγο, βιαστικέ ταξιδευτή.

Στάσου για λίγο .. να αφουγκραστείς το διάβα του αέρα , της βροχής, της αστραπής
την μυρωδιά της γης, των λουλουδιών την ομορφιά, το μελωδικό φυλλίρισμα των δέντρων, τον παφλασμό της θάλασσας, των μακρινών αστερισμών τα φωτεινά παιγνίδια , την ηλιοζεστασία της ροδαλής Ανατολής, της Δύσης την γαλήνη , του Φεγγαριού το ημέρωμα και των ελεύθερων πουλιών το αψηλό τους πέταγμα ….στα βάθη της ψυχής σου.

Όλα αυτά, ταξιδευτή, τα ξεχασμένα απ το απρόσεχτο και βιαστικό σου διάβα, σαν σε γλυκιά απόμακρη ψαλμωδία εσπερινού που τα βουνά σκεπάζει ,γεμίζουν τον νου και την ψυχή , αρκεί να τα προσέξεις .

Τρέχει η ζωή σου, τρέχει…

Στάσου για λίγο βιαστικέ ταξιδευτή
Στάσου και κοίτα μέσα σου για λίγο αν το θες .
Στάσου για λίγο και άκουσε
Άκουσε Εκείνον….
Με ψιθυριστή φωνή θα στα ξαναθυμίσει ….

«Αυγερινός» 2009




Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Έρωτας στα χιόνια

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.

Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμι- σμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:― Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπάρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του.

Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια.

Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμειναν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ' ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρει σύντροφος με καμίαν βρατσέρα εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγει με ξένην βάρκαν να βγάλει κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος.

Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάσει ή διά να ζεσταθεί, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.


Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,δεν είπες μια φορά κ' εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,κι ο παπάς χειρομυλίζει.Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπάρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.

Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγει ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλο ή ανεμόμυλο, κ' επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.Kαι είχεν πελατεία μεγάλη, η Πολυλογού. Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.

Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπάρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.Ποίος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάσει το καράβι του, τας Λαίδες της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του.

Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάσει την γειτόνισσαν.Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτε εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκο, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γη.

Και έβλεπε το βουνό ν' ασπρίζει εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βωβό, και τον φεγγίτη να λάμπει θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζει ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσα της ν' αλέθει, κ' ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν γύριζε μάτι να τον ίδει, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικές και εις ποιητικές εικόνας.

― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύει πέραν, εις τον υψηλό, πευκόσκιον λόφο, και ν' ασχολείται εις το να στήνει βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβει τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν' ανακαλύψουν τελευταία τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα.

Εξέλειπαν οι μικροί μακριοί καρποί από τας αγριελιάς εις το βουνό του Bαραντά, εξέλειπαν τα μύρτα από τας ευώδεις μερσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρό πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.Την άλλην βραδιά επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ' εμορμύριζεν:― Ένας Θεός θα μας κρίνει... κ' ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσω.Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:― K' ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθει να κοιμηθεί, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Την άλλην βραδιά, η χιών είχε στρωθεί σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκο.― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού... ν' ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασία, εν ξυπνητό όνειρο. Ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν' ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτία, την δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισάγιου.

N' ασπρίσει και να σαβανώσει τον δρομίσκο τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιά του και με την δυσωδία του, και τον οικίσκο τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένη: Να σαβανώσει και να σκεπάσει την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμυλο της, και την φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρία της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελο της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει!Την άλλην βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ' ανέπνεε πλέον.Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λειωμένα.

Δεν ημπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγοριά, να ζεσταθεί. Ήπιε διά να σταθεί, ήπιε διά να πατήσει, ήπιε διά να γλιστρήσει. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.Hύρε τον δρόμο, τον ανεγνώρισε. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια...Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτη μιας θύρας. Kατά λάθος άγγισε το ρόπτρο. Tο ρόπτρο ήχησε δυνατά.― Ποιος είναι;Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.

Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώσει πρόθεση ότι επεχείρει ν' ανάβει, καλώς ή κακώς, εις την οικία της. Πώς όχι;Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονή. Kαρδιά του χειμώνος.― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.Tο παράθυρο έτριξε. O μπάρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστη, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρο εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

O μπάρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτη. Δοκίμασε να ειπεί το τραγούδι του, αλλ' εις το πνεύμα του το υποβρύχιο, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»Mόλις άρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβο του ανέμου και εις τον στρόβιλο της χιόνος.― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.

Eξεπιάσθη από την λαβή του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσε. Ηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.Άπαξ δοκίμασε να σηκωθεί, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζεστή εις την χιόνα.«Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!»

Kαι το παράθυρο προ μιας στιγμής είχε κλεισθεί. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.Πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K' επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανο.Kαι ο μπάρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθεί γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Tρισαγίου.